Η σύμπτωση δεν θα μπορούσε να ήταν πιο συμβολική. Οταν την περασμένη Πέμπτη η αστυνομία εισέβαλλε στα γραφεία του Λαϊκού Κόμματος της Μαδρίτης αναζητώντας αποδείξεις για ένα ακόμη σκάνδαλο διαφθοράς, η Ανα Γκαρίδο λάμβανε το Βραβείο του Ιδρύματος «Υπάρχει Δίκαιο» για την τόλμη της να αποκαλύψει ένα δίκτυο διαπλοκής που απλωνόταν σε δεκάδες δήμους ελεγχόμενους από το Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ).

Πρόκειται για το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο της Ισπανίας, γνωστό ως «υπόθεση Γκουρτέλ».

Ηταν προσωπική φίλη της συζύγου του Αρτούρο Γκονσάλεθ Πανέρο, ο οποίος, μετά την εκλογή του ως δημάρχου της Μποατίγια στη Μαδρίτη, την προσέλαβε.

Ως διευθύντρια στον τομέα Νεότητας ήρθε σε επαφή με τις πρακτικές διαφθοράς που ακολουθούσαν οι υπηρεσίες.

Αλλά όταν το κατήγγειλε στον δήμαρχο, εκείνος την παραμέρισε. Απτόητη κατάφερε να συγκεντρώσει έγγραφα και ηχογραφήσεις με αδιάσειστα στοιχεία, τα οποία, εκτός από τον δήμαρχο, ενέπλεκαν πολλά πρωτοκλασάτα στελέχη του Λαϊκού Κόμματος.

Μέσα από μια διαδρομή που θυμίζει κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, με ίντριγκες, χαφιεδισμό και εκφοβισμούς, ο φάκελος (μαζί με τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς της) κατέληξε στην πρόεδρο του Λαϊκού Κόμματος της Μαδρίτης, την Εσπεράνθα Αγκίρε, που την περασμένη Κυριακή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση μετά την αποκάλυψη ενός νέου σκανδάλου ανάθεσης συμβάσεων με αντάλλαγμα μίζες.

Η Αγκίρε θέλησε να κλείσει εκεί την υπόθεση, αλλά αυτή πήρε τον δρόμο της Δικαιοσύνης, καθώς οι καταγγελίες πολλαπλασιάζονταν. Εως σήμερα έχουν απαγγελθεί κατηγορίες εναντίον 45 ατόμων – ανάμεσά τους τρεις πρώην ταμίες του ΡΡ και περισσότερα από δέκα στελέχη του κόμματος.

Η Γκαρίδο έκανε αυτό που θα ήταν αυτονόητο σε ευνομούμενες πολιτείες αλλά φαντάζει αδιανόητο στις δημοκρατίες της διαπλοκής.

Και πλήρωσε την τόλμη της πολύ ακριβά: έμπλεξε σε έναν κυκεώνα δικαστικών διώξεων, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, συκοφαντήθηκε ως «παρανοϊκή» και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα για κάποιο διάστημα.

Εχασε τη δουλειά της, χωρίς ακόμη να έχει αποζημιωθεί, και η τράπεζα κατάσχεσε το σπίτι της γιατί δεν μπορούσε πλέον να αποπληρώνει το δάνειό της.

Σήμερα φιλοξενείται σε ένα κατειλημμένο σπίτι και επιβιώνει πουλώντας κοσμήματα μέσω του Facebook και στήνοντας έναν πάγκο σε κεντρικές πλατείες της πρωτεύουσας.

Την παρακολουθούσαν

Βασική μάρτυρας στη δίκη της «υπόθεσης Γκουρτέλ», καταγγέλλει πως την παρακολουθούν, αλλά δηλώνει ψύχραιμα:

«Δεν πιστεύω ότι είναι εκεί για να μου κάνουν κακό. Απλά, αφού με κατέστρεψαν οικονομικά, θέλουν να με καταστρέψουν και ψυχολογικά. Να φοβάμαι τη σκιά μου».

Πολλοί της λένε πως χαράμισε τη ζωή της. Αλλά εκείνη απαντά:

«Θα το ξανάκανα, γιατί δεν έχω παιδιά για να φοβηθώ τις συνέπειες πάνω τους».