Palikaridis

Ο 18χρονος ήρωας Ευαγόρας Παλληκαρίδης, όπως πολλά παιδιά της ηλικίας του, μπολιάστηκαν με τα ιδανικά των μεγαλυτέρων που αγωνίζονταν για την Ελευθερία και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο νεανικός ενθουσιασμός, τους έκανε να μην υπολογίζουν ακόμα και τη ζωή τους. Και αυτό το βλέπουμε στο πρόσωπο του Βαγορή (Ευαγόρα), όταν πάσχιζαν οι δικηγόροι στη δίκη του να τον αθωώσουν κι εκείνος δεν τους άφηνε περιθώρια υπεράσπισης! Κατηγορήθηκε, ότι στις 18-12-1956 συνελήφθη να μεταφέρει οπλοπολυβόλο μπρέν και τρεις γεμιστήρες από την Λυσό στη Λευκωσία. Στη δίκη του τον ρώτησε ο δικαστής: « Έχεις να είπης τι, διατί να μην σου επιβληθεί ποινή;». Ο Βαγορής παραδέχτηκε την ενοχή του λέγοντας: « Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Ελλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.» Αυτές τις γενναίες, παλικαρίσιες κουβέντες είπε στους δικαστές, οι οποίοι ασυγκίνητοι, στυγνοί, έβγαλαν, χωρίς το ελαφρυντικό της εφηβικής λεβεντιάς, την ετυμηγορία τους : Εις θάνατον!…

Μάταιες προσπάθειες να αποτραπεί η εκτέλεση

evagoras_pallikaridisΤην επομένη της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον στρατηγό Χάρντινγκ, που του ζητούσαν να απονείμει χάρη στο συμμαθητή τους. Τότε αρχίζει ένας τεράστιος αγώνας για να αποτραπεί η εκτέλεση. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας παντού! Η κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητεί την παρέμβαση του βασιλιά Παύλου, η ελληνική κυβέρνηση και  η Βουλή, βομβαρδίζουν με τηλεγραφήματα την αγγλική κυβέρνηση και τον ΟΗΕ. Αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, συντεχνίες, διανοούμενοι, απλοί πολίτες ακόμα και άγγλοι βουλευτές προσπαθούν να ματαιώσουν την εκτέλεση, αλλά ο σκληρός δήμιος της Κύπρου σερ Χάρντινγκ και η αγγλική διπλωματία, απορρίπτουν το αίτημα απονομής χάριτος.

Παρηγορούσε τη μητέρα του με αστεία

Το απόγευμα της 13-3-1957, ο Ευαγόρας, γράφει σ’ ένα κομμάτι χαρτί: « Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί». Ακριβώς τα μεσάνυχτα, αφού μεταλάβει, καλούν την μητέρα του να τον αντικρίσει για τελευταία φορά και αυτός την παρηγορεί: « Μη θρηνείς μάνα, πεθαίνω για την Ελλάδα». Η μητέρα του είπε αργότερα: «μου έλεγε αστεία και προσπαθούσε να με παρηγορήσει…» Σε μεγάλη απόσταση ακούγονταν οι φωνές διαδηλωτών για την ΕΟΚΑ και την Ένωση με την Ελλάδα. Ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, απαγχονίζεται από τους Άγγλους σε ηλικία μόλις 18 ετών, χωρίς να βγάλει δάκρυ κι ενταφιάζεται μέσα στη φυλακή για να μη γίνει  ο τάφος του λαϊκό προσκύνημα. Είναι τα περίφημα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία….

Το «εγερτήριο σάλπισμα» του Βαγορή

euagoras pallikaridis 2

Ο δήμιος συνέδεσε το όνομά του με τους απαγχονισμούς εννέα πατριωτών που οδηγήθηκαν στον θάνατο για τη συμμετοχή τους στην ΕΟΚΑ που τη δεκαετία του ΄50 ανέλαβε ένοπλη δράση για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στο νησί και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Παλληκαρίδης ήταν ο νεότερος από τους εκτελεσθέντες και η θυσία του συγκίνησε το πανελλήνιο. Πιάστηκε να μεταφέρει οπλοπολυβόλο μπρέν και τρεις γεμιστήρες στη Λευκωσία. Στη δίκη του τον ρώτησε ο δικαστής: «Έχεις να είπης τι, διατί να μην σου επιβληθεί ποινή;». Παραδέχτηκε την ενοχή του και είπε: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Ελλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»…

Στο τελευταίο γράμμα του έγραψε:…
«Παλιοί συμμαθηταί !Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ. Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα  μέσ’ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές…»

Όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το βράδυ, τα περιγράφει ο ίδιος ο Παπάντωνης μέσα στο βιβλίο του, «Πώς έζησα το δράμα των Απαγχονισθέντων»: Τό απόγευμα τής 13ης Μαρτίου ό διοργανωτής των εκτελέσεων κ. Λκκερ μέ ενημέρωσε περί τής εκτελέσεως τού Παλληκαρίδη και ότι έπρεπε ώς συνήθως νά παραμείνω στάς Φύλακας. Έζήτησα νά μείνω στο σπίτι μου και νά μεταφερθώ εις τάς Φύλακας ολίγον προ τής εκτελέσεως και έδέχθησαν μέ τήν ύπόσχεσιν δτι πράγματι θά εύρισκόμην στο σπίτι, γιατί όπως αντελήφθην ένόμιζαν πώς θά τούς γελούσα. Έκανονίσαμεν ή ώρα 10 μ.μ. νά ρθούν νά μέ πάρουν, όπως και έγινε.

Μόλις έφθασα στάς Φύλακας, ώδηγήθην πλησίον τού Παλληκαρίδη διά νά τού μεταδώσω τήν Θείαν Κοινωνίαν. Τον βρήκα απολύτως ήρεμον χωρίς την παραμικράν έκδήλωσιν ταραχής ή λιποψυχίας. Τά λόγια του εις τήν συνομιλίαν μας ήσαν κοφτά και μετρημένα. Έκάθητο εις τό κρεββάτι του, πού έψαυε σχεδόν τό δάπεδον τοϋ κελλιού, και έγώ λίγον υψηλότερα σ” ένα σκαμνί. Τον είχαν στο κελλί τοϋ Ανδρέα Δημητρίου, και στο άλλο τοϋ Καραολή είχαν τον Μάίμάρη, πού τον κατεδίκασαν γιά φόνο. Δύο είναι τά κελλιά τών μελλοθανάτων πλησίον τής άγχύνης, και γι” αυτό τούς δύο πρώτους τούς είχαν σ” αυτά τά κελλιά. πού είναι πολύ πληκτικά, όπως και τώρα τούς δύο αυτούς, μέ τήν διαφοράν ότι τώρα μύνον ό ένας μέ ενδιέφερε εθνικά….

Όταν συνελήφθη μέσα στο δάσος μέ ένα όπλο, πού δέν μπορούσε νά χρησιμοποιηθή. ήτο νύχτα, και οί σύντροφοι του έτρεξαν και έφυγαν, και δέν συνελήφθησαν. Αυτός όμως δέν έτρεξε να φύγη. και περίεργος γι” αυτό τοϋ υποβάλλω τήν έρώτησιν. – Γιατί δέν έτρεξες νά φύγης και σύ όπως έκαμαν οί άλλοι; Έσήκωσε τό πρόσωπον του και μέ είδε στά μάτια, γιατί ήτο σκυφτός, και μέ έλαφρόν μειδίαμα μού λέγει. -Τούς επήρα γιά δειλούς, όταν τους είδα νά τρέχουν. Επικρατεί σιωπή. και πάλιν ερωτώ. -Έχεις τίποτε νά μού πής, παιδί μου ; – Μετανοιώνω γιά κείνο πού έκαμα και άν ζούσα δέν θά το ξανάκαμνα. Δέν εννοούσε τό ότι έλαβε μέρος στον αγώνα άλλά άλλο πράγμα, τής ψυχής. Τοϋ υπέδειξα, άν ήθελε νά αφήσει τον σταυρόν του νά τον έχωμεν ώς ένθύμιον, άλλά μοϋ λέγει: Όχι. πάτερ, θέλω νά τον πάρω μαζί μου….

Λυπήθηκα, πού δέν σκέφθηκα νά πάρω άλλον μαζί μου και να τον κρατούσα ώς ιερόν κειμήλιον. όπως έκαμα στους τρεις προηγουμένους. Μετά τήν εκτέλεση τον έφερε στο λαιμό του. Τού συνέστησα νά έχη θάρρος μέχρι τέλους και νά μήν άφήση τήν εντύπωση στους Άγγλους δημίους ότι έδειλίασε. – Έχω θάρρος, μού λέγει, και δέν θά δειλιάσω, εύχομαι δέ να είμαι ό τελευταίος. Τά τελευταία του λόγια ήσαν: Τούς χαιρετισμούς μου εις όλους, και εύχομαι σύντομα τήν έλευθερίαν τής Κύπρου. Τού μετέδωσα τέλος τήν Θείαν Κοινωνίαν. και άφού τον έφίλησα τον άπεχαιρέτισα μέ τάς λέξεις, θάρρος, και νά μήν χάνης τάς ελπίδας σου. Κάποια έλπίς διασώσεως του υπήρχε μέχρι τής τελευταίας στιγμής, ήτοι τής ενδέκατης και μισής, πού έξετελέσθη. Ό Μαϊμάρης δταν μέ ειδε νά φεύγω άπό τό διπλανό κελλί, έφώναζε και έκλαιε και έτάρασσε τήν γαλήνη και τήν σιγήν τής νύχτας γύρω άπό τήν άγχόνην….


Ο Ευαγόρας  Παλλικαρίδης εκτελέστηκε στις 14 Μαρτίου του 1957…