25 Μαρτίου 1923:  Από τις πιο σπάνιες φωτογραφίες που έχω στο αρχείο μου. Μου την εμπιστεύτηκε η δασκάλα Αλκμήνη Γουναροπούλου Ψαθά. Η Αλκμήνη ήταν κόρη της Βενετίας Γουναροπούλου, της πρώτης δασκάλας στο ελληνικό δημοτικό σχολείο Σαπών. (Διακρίνεται με το άσπρο φόρεμα στην τελευταία σειρά, δίπλα στον Αρχιμανδρίτη Ιωαννίκειο, επίσης δάσκαλο). Τα παιδιά είναι ελληνόπουλα, αλλά και βουλγαρόπαιδα, των οποίων οι οικογένειες δεν είχαν φύγει ακόμη από την Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση της Θράκης. Η φωτογραφία αυτή είναι αναμνηστική από τη γιορτή της 25ης Μαρτίου τη χρονιά του 1923 και είναι τραβηγμένη στο χώρο όπου σήμερα είναι το μαγειρείο του Χασάν, απέναντι από το καφεκοπτείο του Ζαμπογιάννη. Σ’ αυτό το χώρο λειτουργούσε σχολείο, (ένα από τα τέσσερα οικήματα, στην ουσία αποθήκες, που στέγαζαν το δημοτικό σχολείο, πριν γίνει το νέο τότε σχολικό κτίριο (1926).

Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

  Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα.

 Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο.

  Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε.  Την 1η Μαρτίου 1941, προσχώρησε στον Άξονα ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ – ΙΤΑΛΙΑΣ και επέτρεψε  την κάθοδον των Γερμανών εντός του εδάφους της, έναντι του ανταλλάγματος της Ελληνικής περιοχής από την κοιλάδα του Στρυμόνα και ανατολικότερα, προς έξοδό της στο Αιγαίο.

  Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας και της Θράκης υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο».

  Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

  Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

  Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου). Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

Σάπες 3 Ιαν. 1941.  Το δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία Πέτρος Ουρεϊλίδης, ήρθε στα χέρια μου το Μάιο του 2016. Παρατηρώντας την ημερομηνία έκδοσης της ταυτότητας [3 Ιανουαρίου 1941], από την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Σαπών, δηλαδή 4 μήνες πριν από την κατάληψη της Θράκης από το Βουλγαρικό Στρατό!  

Μετά από μια σχετική έρευνα διαπίστωσα τα εξής:  «Με απόφαση του Βασιλιά της Βουλγαρίας, τα βουλγαρικά στρατεύματα προχώρησαν επίσημα στην είσοδό τους σε ελληνικό έδαφος στις 20 Απριλίου 1941, χωρίς η Βουλγαρία να έχει κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα και χωρίς να έχουν διακοπεί οι διπλωματικές τους σχέσεις. Για τη Γερμανία, ο σκοπός της εισόδου των βουλγαρικών στρατευμάτων ήταν καταρχήν η διαφύλαξη της τάξης με την απεμπλοκή των γερμανικών στρατευμάτων που θα ήταν χρήσιμα σε άλλες εμπόλεμες ζώνες, ενώ οποιαδήποτε αναθεώρηση των συνόρων και εφαρμογή άμεσου πολιτικού ελέγχου προς όφελος των Βουλγάρων θα αποφασιζόταν με το πέρας του πολέμου. Σε αυτές τις απόψεις των συμμάχων τους αντιτάχθηκαν σφόδρα οι βουλγαρικές αρχές που με την έναρξη της διοίκησης (de facto κατοχής) της περιοχής ξεκίνησαν τις διαδικασίες ενσωμάτωσής της στον κύριο κορμό του βουλγαρικού κράτους.  Η επίσημη κήρυξη πολέμου από την ελληνική πλευρά ήρθε στις 11 Ιουνίου 1941.  (Αρχείο Χαράλαμπου Ρεφειάδη).

Από τις ελάχιστες φωτογραφίες της εποχής που διαθέτω. Περίοδος 1943: Βουλγαρική κατοχή. Δυο βούλγαροι στρατιώτες κρατούν στην αγκαλιά τους δυο μικρά παιδιά, ενώ ένα μεγαλύτερο κορίτσι κρατάει τις αγελάδες. Πρέπει να είναι μια από τις δυο αδελφές, Μαρίτσα ή Τασούλα Καραλέξη. Το σπίτι τους ήταν απέναντι από του Σταύρου Αγγελίδη (προς το Δημαρχείο). Δεν γνωρίζω αν τα παιδιά αυτά είναι ελληνόπουλα ή βουλγαρόπουλα.  Δεξιά φαίνεται το σπίτι του παππού μου, του παπαπόστολου Μαλλέ. Όμως την περίοδο εκείνη (1943) ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου κατοίκου, που το είχαν κατασχέσει οι Βούλγαροι και το χρησιμοποιούσαν ως κτίριο της κατοχικής διοίκησης. Πίσω από το κάρο φαίνεται ένα παλιό κτίσμα, που τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των έφιππων αποσπασμάτων της ελληνικής διοίκησης. Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Σταύρου Αγγελίδη.

  

To ηρώο αυτό βρισκόταν ανάμεσα στην εκκλησία και στο Δημοτικό Σχολείο τη δεκαετία του 1930  και υπήρχε μέχρι το 1941. Από τις πρώτες ημέρες της βουλγαρικής κατοχής, μια νύχτα Βούλγαροι στρατιώτες με βοϊδάμαξες, φτυάρια και κασμάδες το ξήλωσαν από τη βάση του και το πρωί, όταν ξύπνησαν οι κάτοικοι είδαν ένα ισοπεδωμένο χωματόδρομο! Τα σπασμένα κομμάτια του τα σκόρπισαν σε άγνωστό μέρος, όπου κανείς δεν τα ξαναείδε!  Την ιστορία μου διηγήθηκε ο Παναγιώτης Τραμπίδης.

Ανεπιθύμητος ο ελληνισμός  και στις Σάπες.

 Ο Ελληνισμός  ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του. Τα σκληρά αυτά μέτρα δοκίμασε και ο πληθυσμός των Σαπών. Την εποχή εκείνη πολλές οικογένειες πήραν μαζί τους ό,τι ήταν δυνατό να μεταφερθεί κι έφυγαν για άλλες περιοχές της χώρας, παρά το γεγονός ότι κι αυτές ήταν υποδουλωμένες στους Γερμανούς και Ιταλούς. Θεώρησαν ότι η ζωή κάτω από τη βουλγαρική κατοχή θα ήταν πολύ σκληρότερη. Οι περισσότερες από αυτές τις οικογένειες δεν ξαναγύρισαν πίσω ούτε μετά την απελευθέρωση.

  Από τις πρώτες ημέρες κατοχής κατέλυσαν το ελληνικό κράτος (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία). Εξαφάνισαν τα αρχεία της Κοινότητας Σαπών, έκαψαν τα αρχεία του Δημοτικού Σχολείου. Δεν ξέρω γιατί δεν φρόντισαν οι ελληνικές αρχές να διαφυλάξουν έγκαιρα τα αρχεία αυτά. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και λειτούργησαν άμεσα με βούλγαρους δασκάλους για τα παιδιά των Βουλγάρων, αλλά και στα ελληνόπουλα. Η θεία μου στο Χαμηλό θυμάται ακόμη ιστορίες από το βουλγαρικό σχολείο!

  Τους Έλληνες τους έβγαλαν από τα σπίτια τους ή τους περιόρισαν όλους μαζί σε ένα δωμάτιο και στο υπόλοιπο σπίτι εγκαταστάθηκαν οι βουλγαρικές οικογένειες, οι οποίες εκμεταλλευόταν και τη γεωργικ’η παραγωγή. Μεγάλη ήταν η πείνα και οι στερήσεις των ελληνικών οικογενειών. Για να εξασφαλίσουν κρυφά κάτι για να φάνε, σκαρφίζονταν διάφορα μέσα. Έκρυβαν σιτάρι, καλαμπόκι σε λακούβες χωραφιών, κλπ. Έμαθα περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε σπίτια μουσουλμάνων, που κι αυτοί υπέστησαν διώξεις, οι οποίοι είχαν φτιαγμένα διπλά τοιχώματα με κενά ανάμεσα κι εκεί έκρυβαν τροφή για να έχουν να φάνε. Σε όσες δε περιπτώσεις έπιαναν κάποιον να κρύβει τρόφιμα τον βασάνιζαν σκληρά!

  Προσπάθησαν να βουλγαροποιήσουν και να αποδυναμώσουν το ελληνικό στοιχείο. Τους υποχρέωσαν να βγάλουν βουλγαρικές ταυτότητες, τους πίεζαν να δηλώσουν βουλγαρική εθνικότητα, στρατολογούσαν Έλληνες και τους έστελναν στη Βουλγαρία σε τάγματα εργασίας. Το θείο μου το Χρήστο Μαλλέ, από το Χαμηλό, τον πήραν όμηρο για δύο χρόνια να δουλεύει σε καταναγκαστικά έργα με την απειλή πως αν το χωριό αντισταθεί θα σφάξουν όλους τους ομήρους. (τα γνωστά ντουρντουβάκια).

  Προσπάθησαν με διάφορες εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές να επιβάλλουν ένα μορφωτικό, καλλιτεχνικό και εκπολιτισικό έργο με στόχο να καλλιεργήσουν πνεύμα κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσσας, ηθών και εθίμων.

  Αναμνήσεις της Ζωής Χατζηθεοδώρου

  Παραθέτω ένα μοναδικό κείμενο της Ζωής Χατζηθεοδώρου, η οποία θυμάται τα γεγονότα της εποχής εκείνης και τα περιγράφει με πόνο:

  Η βουλγαρική κατοχή

Κι αρχίζει η μαύρη περίοδος της Βουλγαρικής κατοχής. Οι Γερμανοί, μόλις έσπασε «η γραμμή Μεταξά» μη θέλοντας να απασχολήσουν στρατεύματα δικά τους στη Θράκη, την παρέδωσαν στους συμμάχους τους Βουλγάρους. Με την εισβολή στρατευμάτων άρχισε και ο εποικισμός. Καραβάνια ολόκληρα πάμπτωχων, ρακένδυτων ανθρώπων άρχισαν να καταφτάνουν με τις βοϊδάμαξες. Οι κατοχικές αρχές, ήδη, τους είχαν έτοιμη στέγη και εργασία, αφού έδιωξαν τους Έλληνες από τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους, τα χωράφια τους, τα ζώα τους. Έτσι οι Έλληνες χριστιανοί των Σαπών έμειναν χωρίς δουλειά και στριμωγμένοι σε κάποιο δωμάτιο ή στάβλο. Έπρεπε λοιπόν να παλέψουν για να επιζήσουν. Και το πιο πρόχειρο που σκέφτηκαν ήταν να πουλήσουν ό, τι πιο πολύτιμο είχαν σε χρυσαφικά και ρούχα.

  Αργότερα γίνανε δούλοι στα ίδια τους τα κτήματα, τα καλλιεργούσαν, αλλά τους έπαιρναν τη σοδειά και τους άφηναν κάτι από “φιλευσπλαχνία”. Εμάς π.χ. μας πήραν το ξενοδοχείο (κάποιος Σλαύκος, αν θυμούμαι καλά). Την ταβέρνα την πήρε ο κουνιάδος του. Έκαναν βλέπεις οικογενειακή επιχείρηση. Μας περιόρισαν σ’ ένα δωμάτιο, κάτω, ήμασταν όμως υποχρεωμένοι να περιποιούμαστε το ξενοδοχείο κι αυτοί να εισπράττουν. Επίσης πήραν και το αμπέλι μας και κάτι χωραφάκια που είχαμε (αχ, πόσο μου στοίχισε το αμπέλι, πόσο έκλαψα!). Το παραπάνω περιστατικό το σημειώνω σαν παράδειγμα, γιατί σε όλους τους Έλληνες το ίδιο έκαναν.

  Η πείνα

  Κι αρχίζει η πείνα του 1941-42. Έτρεχαν οι γονείς μας στα χωριά εκλιπαρώντας για λίγο αλεύρι και πουλώντας ό, τι πολύτιμο είχαν. Ζύγιζαν το κριθαρένιο ψωμί ανά 100 δράμια τη μέρα και μας το μοίραζαν. Δε μας έφτανε όμως και κοιτούσαμε να κλέψουμε κανένα ψίχουλο από τα μικρότερα αδέλφια μας. Πολλά παιδιά έπαθαν αβιταμίνωση. Ευτυχώς έφτασε ο Ιούνης που αρχίζει ο θερισμός και τότε εμείς τα παιδιά πηγαίναμε πίσω από τους θεριστάδες και μαζεύαμε τα στάχια. Έτσι εξοικονομούσαμε 5-6 οκάδες σιτάρι τη μέρα, το αλέθαμε κρυφά στο χειρόμυλο και ζύμωνε η μάνα μας ψωμί στη γάστρα για να μη μας δούνε. Πολύ πρωί σηκωνόμασταν και κλέβαμε απ’ το δικό μας αμπέλι σταφύλια, σκεπάζαμε το καλαθάκι με χόρτο να μη φαίνεται. Κάποτε μας έπιασαν, άδειασαν το καλάθι και ποδοπάτησαν το περιεχόμενο. Μπορέσαμε, κρυφά πάλι, να θρέψουμε ένα γουρουνάκι και είχαμε αποθέσει τις ελπίδες μας σ’ αυτό. Κι όμως, μας περίμεναν, και όταν το σφάξαμε μας το πήραν. Τι κλάμα κάναμε Θεέ μου!

  Η τρομοκρατία

  Κάποιο βράδυ χτύπησαν την πόρτα μας και πήραν μαζί τους το θείο μου, το Γιώργο (αδελφό του πατέρα μου). Εκείνο το βράδυ είχαν γεμίσει τις φυλακές με Έλληνες , έναν από κάθε σπίτι. Το Λεωνίδα τον Αγγελίδη, τον Αντωνιάδη, ήρωα του Αλβανικού Μετώπου και πολλούς άλλους που δε θυμούμαι τα ονόματά τους. Τους σάπισαν στο ξύλο και τους πέταξαν έξω από τις πόρτες των σπιτιών τους.

  Το πρωί βρήκαμε το θείο μου ένα μαύρο κουρέλι, πεταμένο, γιομάτο πληγές. Τον τύλιγε η μάνα μου σε προβιές, γιατί της είπαν πως παίρνει τον πόνο. Μήνες δεν μπορούσαν να περπατήσουν από την φάλαγγα που τους έκαμαν!

  Ένα πρωί έρχεται ο πατέρας μου αλαφιασμένος και μας λέει: “Βρήκαν το Δημητρό, το Σαγίρη μαχαιρωμένο και πεταμένο στο πηγάδι του Τσάκου”. Ο Τσάκος, ο καλός αυτός Ηπειρώτης, είχε λαχανόκηπο στο δρόμο προς το Αρσάκειο. Όλοι τρομοκρατήθηκαν. Ήξεραν πως θα ακολουθούσαν και άλλοι.

  Υπήρχαν στις Σάπες δυο αποβράσματα της Μυστικής Υπηρεσίας, δυο αδίστακτοι μακελάρηδες, που έκαμαν αυτή τη δουλειά. Υπάρχουν θύματά τους και στα γύρω χωριά. Ήταν ο τρόμος των Ελλήνων! Και το άλλο πρωί χτύπησαν και τη δική μας την πόρτα. Ζήτησαν από τον πατέρα μου να τους ακολουθήσει στην Αστυνομία. Έβαλε η μάνα μου τις φωνές κι από κοντά κι εγώ! (ήμουν 12-13 χρονών). Εμείς τραβούσαμε τον πατέρα μας προς τα μέσα κι αυτοί προς τα έξω!

Άλλη μια σπάνια και μοναδική φωτογραφία στο αρχείο μου. Την οφείλω στο γιατρό Ανδρέα Καφετζή, που μου την έστειλε από την Αθήνα. Χρονικά προσδιορίζεται γύρω στα 1942. Πρόκειται για βούλγαρους στρατιώτες που αποτελούσαν τη φιλαρμονική του στρατού. Από ότι φαίνεται όλοι κρατούν δύο είδη οργάνων, τα τύμπανα και τις σάλπιγγες. Όπως θα διαβάσατε και πιο πάνω, οι Βούλγαροι προσπάθησαν να καλλιεργήσουν στους Έλληνες ένα κλίμα κοινής συνείδησης στη θρησκεία, στη γλώσσα, τη μουσική, τα ήθη και τα έθιμα. Γι αυτό χρησιμοποιούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις τους μουσικούς του βουλγαρικού στρατού.

Τα ντουρντουβάκια

 H φωτογραφία δεν είναι από κάποιον συμπολίτη μας αλλά τη βρήκα στο διαδίκτυο και αφορά νέους από την Αδριανή της Δράμας. Η περιοχή αυτή ίσως δέχτηκε τις μεγαλύτερες βαρβαρότητες κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής.  Οι νέοι αυτοί είναι Έλληνες που μεταφέρθηκαν δια της βίας το 1942 στη Βουλγαρία ως «ντουρντουβάκια». Κουρεμένοι «γουλί», προφανώς για να μην πιάνουν ψείρες, όλοι ξυπόλυτοι, φωτογραφίζονται κάτω από την επιτήρηση του έφιππου βούλγαρου στρατιώτη.  ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

1942: Ντουρντουβάκια στη Βουλγαρία.  Γνώριζα από διηγήσεις του συγγενικού μου περιβάλλοντος ότι το θείο μου Χρήστο Μαλλέ, που την περίοδο της Βουλγαρικής Κατοχής ζούσαν στο Χαμηλό, ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες τον έστειλαν δια της βίας, ουσιαστικά ως αιχμάλωτο στη Βουλγαρία για καταναγκαστικά έργα. Δε φανταζόμουν όμως ποτέ ότι θα έβρισκα και σχετική φωτογραφία. Όταν ρώτησα την ξαδέρφη μου, την Ντίνα και κόρη του Χρήστου, αν έχει κάποια φωτογραφία δεν περίμενα ότι θα μου απαντούσε θετικά!  Σχεδόν σε τόνο διαταγής! της ζήτησα να ψάξει και να τη βρει!   Τώρα την έχω και σας την παρουσιάζω, γιατί νομίζω πως είναι από τις πιο σημαντικές της συλλογής μου!  Αριστερά, όπως βλέπουμε είναι ο θείος μου Χρήστος Μαλλές και δίπλα του ο συγχωριανός του Ζαφειριάδης Γιάννης, πατέρας της Κλεανθούλας (μαθηματικός στα Γιάννενα). Ο Βουλγαρικός κατοχικός στρατός ήρθε στην Ελλάδα το 1941 και την ίδια χρονιά τους έπιασαν και τους έστειλαν στη Βουλγαρία, όπου και κρατήθηκαν για δύο χρόνια!   Ξυπόλυτοι, γυμνοί και μαυρισμένοι από τον ήλιο φωτογραφίζονται προφανώς από κάποιον Βούλγαρο φωτογράφο!  Θα παρατηρήσετε κι εσείς πόσο σκελετωμένα είναι τα κορμιά τους!   Διαβάστε παρακάτω πώς ήταν η ζωή τους στα καταναγκαστικά έργα. (αρχείο φωτογραφίας: Ντίνα Μαλλέ Πατρωνούδη).

 Η λέξη το ντουρντουβάκι (πάντα στο ουδέτερο), χρονολογείται από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη βρισκόταν υπό Βουλγαρική κατοχή. Πολλούς νέους τότε οι Βούλγαροι τους έπαιρναν ομήρους και τους έστελναν στη Βουλγαρία σε καταναγκαστική εργασία, μέσα στο λιοπύρι, στα βουνά και τους κάμπους φτιάχνοντας δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, με πενήντα δράμια νερό κάθε δύο ώρες, με ελάχιστο φαγητό και άγριους ξυλοδαρμούς. Όποιος απαρνιόταν την Ελληνική καταγωγή και γραφόταν Βούλγαρος γλύτωνε από όλα αυτά. Οι όμηροι αυτοί λεγόταν ντουρντουβάκια. Η λέξη ντουρντουβάκι είναι παραφθορά του βουλγάρικου тру̀дови войски, τρούντοβι βόιτσκι = τάγματα εργασίας ή, ίσως, του тру̀дов войник, τρούντοβ βόινικ = φαντάρος αγγαρείας. Ανάλογα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν τα τάγματα σκαπανέων στη Μακρόνησο. Γι΄αυτούς που υπηρέτησαν στα βουλγάρικα τάγματα εργασίας, το όνομα ντουρντουβάκια έγινε μετά την απελευθέρωση τίτλος τιμής. Αλλά, οι αγγαρειομάχοι είναι πάντα παιδιά ενός κατώτερου θεού – και η λέξη αναπόφευκτα κράτησε και την απαξιωτική σημασία που είχε και το тру̀дов войник στα Βουλγάρικα .

Από το βιβλίο της Σοφίας Αυγέρη “Ντουρνουβάκια: Έλληνες στα Βουλγαρικά Τάγματα Εργασίας”

για να διαβάσετε το βιβλίο πατήστε εδώ ]

Η Βουλγαρική Κατοχή στις Σέρες (1941-1944)

Η Βουλγαρική Κατοχή στην Αλεξανδρούπολη (1941-1944)

«Τα Ντουρντουβάκια» του Δημήτρη Μπατσιούλα (βιβλίο)

Σάπες: με την πρωτοβουλία του Δήμου Σαπών ανεγέρθηκε πριν από χρόνια μνημείο προς τιμήν των θυμάτων Ελλήνων από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής. Το μνημείο αυτό βρίσκεται στο χώρο μπροστά από τα νέα δημοτικά σφαγεία, στο δρόμο προς το χωριό Λύκειο. Διαβάζουμε τα ονόματα: Αθανάσιο Γκαγκατσά, Γουδοσίδη Θεοδόση, Μιχάλη Κεσόπουλο, Γιώργο Πρατίδη, Μιχάλη Σαρίδη, Παναγιώτη Σταυρακίδη, Γιώργο Τσακλιώτη, Νικόλαο Τσομπανίδη από τον Έβρενο, Χρήστο Θεοδοσάκη από το Αρσάκειο, Καπλάνη Ορέστη από την Αλεξ/πολη και Δημήτριο Σαγίρη από τις Σάπες.

Στο νεκροταφείο των Σαπών, υπάρχει ο οικογενειακός τάφος του Δημητρίου Σαγίρη. Όπως βλέπουμε και στη μαρμάρινη επιγραφή ο Δημήτριος Σαγίρης, εφονεύθη από τους Βουλγάρους, στις 28 Ιουνίου 1944, σε ηλικία μόλις 40 ετών!  Οι πληροφορίες μου λένε ότι τον δολοφόνησαν και τον πέταξαν σε ένα πηγάδι, μόνο και μόνο γιατί είχε το θάρρος να μην τους φοβάται!

Αναφέρω κάποια από τα μέτρα που έλαβε η κατοχική βουλγαρική διοίκηση σε βάρος του πληθυσμού της Κομοτηνής και άλλων οικισμών, που έχουν καταγραφεί σε βιβλία και εκδόσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα μέτρα εφαρμόστηκαν και στους πολίτες των Σαπών. Μπορείτε να λάβετε γνώση για τη δύσκολη κατάσταση που βίωναν τότε οι παππούδες και πατεράδες μας.

 Η βουλγαρική Κατοχή στην Κομοτηνή:

Ληστρική επιδρομή Βουλγάρων δικηγόρων. Ήλθε μουφτής με… καπέλλο, από την Βουλγαρία. Ξύλο καθημερινώς! Στα καταστήματα ψωνιζαν μόνον Βούλγαροι! Τρόφιμα με δελτίο έπαιρναν μόνον όσοι είχαν βουλγαρικά ονόματα. Κάθε γελαδάρης πλήρωνε ημερήσιο φόρο γάλακτος ανά αγελάδα του! Τουφεκίσθηκε εξόριστος ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, Αθ. Θεοδωρίδης!

ΚΟΜΟΤΗΝΗ – Έγινε αληθινή επιδρομή δικηγόρων από τη Βουλγαρία, οι οποίοι κυριολεκτικώς ελήστευαν τους ανθρώπους. Για μίαν αίτηση, π.χ., έπαιρναν 1.000 λέβα. Κανείς από τους Τούρκους δεν ήλθε σ’ επαφή με τους Βουλγάρους. Ο μουφτής, ο Γκαλήπ-Βέης και άλλοι τρεις προύχοντες εξορίσθησαν στο Γκάμπροβο επί 6 μήνες, καθένας σε χωριστό χωριό, χωρίς να επικοινωνούν. Όταν επέστρεψε ο Γκαλήπ-Βέης έμεινε στην Κομοτηνή επί δυόμιση μήνες και πάλι διετάχθη να αναχωρήσει εντός δυο ωρών για άλλους 6 μήνες. Ίσως αίτιον τούτου ήταν, ότι είπε στους Βουλγάρους ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας των (ταπί) επί της Κομοτηνής ήσαν γερμανικοί και άκυροι. Εξορίσθησαν εν όλω 20 περίπου μουσουλμάνοι. Εις αντικατάστασιν του μουφτή ήλθε άλλος από την Βουλγαρία, ο οποίος εφορούσε καπέλλο, δεν εγνώριζε την τουρκική γλώσσα και πιθανότατα έκαμνε αντιμουσουλμανική πολιτική. Ίσως να είναι υπεύθυνος και για την πυρπόληση του τζαμιού της αγοράς της Ξάνθης.

Το ξύλο ήταν στην ημερησία διάταξη. Στα καταστήματα, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία κλπ. είχαν αναρτηθεί οι περίφημες πινακίδες «σάμο ζα Μπολγκάριτε» (δηλ. «Μόνον για τους Βουλγάρους»). Τα δελτία τροφίμων ήσαν δύο χρωμάτων. Τρόφιμα, ιδίως κρέας, έπαιρναν μόνον όσοι είχαν βουλγαρικά ονόματα. Οι χωρικοί ήσαν υποχρεωμένοι να παραδίδουν για κάθε αγελάδα ορισμένο ποσό γάλακτος. Ένας χωρικός εστάλη στην εξορία επί 6 μήνες, διότι από τις τρεις αγελάδες του, εγκύους κατά την πιστοποίηση του κτηνιάτρου, δεν ημπορούσε να δίδει 8 λίτρα γάλακτος ημερησίως.

Η επιστράτευση εργασίας για μεν τους Έλληνες έγινε κατά κλάσεις, για δε τους Τούρκους ονομαστικώς. Μερικοί απέθαναν από τυχαία ατυχήματα. Ο εξόριστος δικηγόρος Αθ. Θεοδωρίδης, ετών 65, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ετουφεκίσθη στην Βουλγαρία. Στην περιφέρεια Κομοτηνής εφονεύθησαν δύο Τούρκοι. Του δε Τζιλαλεντίν Ραμαδάν έσπασαν το πόδι. Ακόμη ευρίσκεται στο νοσοκομείο.

  Εφημερίδα Χρόνος : Η βουλγαρική Κατοχή στην Κομοτηνή:

Οι φόροι αυξήθηκαν κατά 100% για τους Έλληνες. Κάθε Έλληνας είχε δικαίωμα να καλλιεργεί μόνον 10 στρ. αλλά πλήρωνε φόρο και για τα επιτεταγμένα χωράφια του! Οι Βούλγαροι δεν πλήρωναν φόρο.

Οι Αρμένιοι που χαιρέτισαν και γιόρτασαν την «απελευθέρωση», αντιμετωπίσθηκαν σαν Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι έβγαλαν ακατάλληλο το νερό των πηγαδιών και ίδρυσαν Ταμείο Υδρεύσεως. Συνέλαβαν και απήγαγαν 770 εβραίους. Κατεδάφισαν 40 σπίτια της Μαρώνειας. Λεηλάτησαν το Μουσείο Μαρώνειας. Ο Μά­ξιμος στους λόγους του ύβριζε την Ελλάδα και τους Έλληνες. Έκλε­ψε τα άμφια και τα χαλιά της Εκκλησίας!

Στις ενέργειες κατά των μουσουλμάνων έβαλε κάποιον φραγμό η παρουσία του Τούρκου προξένου. Τα καπνά αγοράσθηκαν κατά γερμανική διαταγή προς 60-65 και τέλος 90-100 λέβα το χιλιόγραμμο. Φόρος επληρώνετο 90 λέβα κατά στρέμμα και 5 λέβα κατά χιλιόγραμμο. Οι φόροι ήσαν αυξημένοι κατά 100% για τους Έλληνες. Φόροι 10% επί του εισοδήματος και 2 % επί της αξίας υπερβολικά εκτιμώμενης. Κάθε Έλλην είχε δικαίωμα να καλλιεργεί μόνον 10 στρέμματα, επλήρωνε όμως φόρο για όλα τα χωράφια του, και για τα επιτεταγμένα. Οι Βούλγαροι δεν επλήρωναν φόρο.

Την 3η Μαρτίου 1942 συνελήφθησαν κατά το μεσονύκτιο όλοι οι ε­βραίοι, 770 άτομα περίπου και απήχθησαν. Δεν είναι γνωστόν, πόσοι εσώθησαν. Με την πρόφαση ότι το νερό των πηγαδιών ήταν ακατάλληλο ίδρυ­σαν Ταμείο Υδρεύσεως με προϋπολογισμό 13.000.000 λέβα για τα έργα. Ως πρώτη ετήσια δόση επλήρωσαν οι κάτοικοι 3.000.000 λέβα. Τους Αρμενίους μετεχειρίσθησαν κατ’ αρχάς, όπως και τους Βουλ­γάρους, διότι οι Αρμένιοι αμέσως απέστειλαν ευχαριστήρια τηλεγραφή­ματα επί τη απελευθερώσει και διωργάνωσαν και γιορτές.

Στην Μαρώνεια οι κάτοικοι υποχρεούνταν να παραδίδουν τις ελιές προς 7 λέβα το κιλό, επλήρωναν δε 24 λέβα φόρο για κάθε δένδρο. Μία φορά που διανεμήθηκαν ελιές με δελτίο επωλήθησαν προς 90 λέβα. Σε κάθε παραγωγό άφηναν 10 χιλιόγραμμα ελιές κατ’ άτομο και μια όκα λάδι κατά οικογένεια. Σαράντα σπίτια της Μαρώνειας κατεδαφίσθησαν για να κατασκευασθούν οχυρά, ελεηλατήθη δε και το μουσείο της Μαρώνειας. Στις αγροτικές οικογένειες είχαν υποσχεθεί τρία χιλιόγραμμα καλα­μπόκι κατ’ άτομο για κάθε μήνα, αλλά έδωκαν μόνον για έναν μήνα.

Η απαγόρευση εργασίας ήταν γενική. Ο αρχιερατικός επίτροπος Μά­ξιμος στους λόγους του ύβριζε την Ελλάδα και τους Έλληνες. Έκλε­ψε τα άμφια και τα χαλιά της Εκκλησίας, αλλά μετά την συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας υποχρεώθηκε να τα αποδώσει.

Εκδόσεις Χρόνος : Η βουλγαρική Κατοχή στην Κομοτηνή: Βουλγαρική νομοθεσία στα δικαστήρια. «Υπήρχε κάποτε Ελλάς»! Το ΕΑΜ έκρυψε επίσημο βουλγαρικό αποδεικτικό στοιχείο σχεδίου εκβουλγαρισμού της Θράκης. Οι Βούλγαροι έσπασαν το ηρώον. Ανάγκασαν Έλληνες να σπάνε πέτρες. Μαρτύρησε η Ξυλαγανή – 30 νεκροί! Έκοβαν αυτιά, έβγαζαν μάτια, σκότωναν Έλληνες στο ξύλο! Βασάνισαν γυναίκες. Νεκροί σε Κόσμο, Έβρενο, Κρωβύλη, Τρώκτιο, Ασκητές.

ΚΟΜΟΤΗΝΗ – ΜΕΡΟΣ Δ΄. Στα δικαστήρια εφαρμοζόταν η βουλγαρική νομοθεσία. Ένας δικη­γόρος έγραψε στις προτάσεις του: «Υπήρχε κάποτε Ελλάς. Σήμερον όμως η Ελλάς απέθανε και οι νόμοι της δεν υπάρχουν πλέον».

Σε αδυναμία πληρωμής φόρων γινόταν κατάσχεση επίπλων. Ανευρέθη έγγραφο του γενικού διοικητού Ξάνθης Γκιρτζίκωφ, δια του οποίου συνεκαλείτο ειδική σύσκεψη των προϊσταμένων των υπηρεσιών, υπό την προεδρία του καθηγητού Μπόντσεφ, για να καθορισθούν τα μέσα του εκβουλγαρισμού της Δυτικής Θράκης. Το έγγραφο τούτο ηθέλησαν οι Βούλγαροι να εξαφανίσουν, όταν εσυνθηκολόγησαν, αλλά Έλληνες το άρπαξαν από τα χέρια της δακτυλογράφου και το παρέδωκαν στον Αθ. Αθανασιάδη, διευθύνοντα την Νομαρχία Ροδόπης, ο οποίος το παρέδωκε στον Νομάρχη του ΕΑΜ, Απόστολο Αποστολίδη. Ούτος φαίνε­ται ότι το έχασε, βεβαιούν όμως, ότι είδαν το έγγραφο οι κ.κ. Νικ. Πανόπουλος, Γεώργιος Δατσαρίδης, Παν. Γερασίμου, κ.ά.

Το Ηρώον ανετράπη και κατεθρυμματίσθη παρόντων του Νομάρχου Ιβάν Τσάνεφ, του δικηγόρου Πουριάκωφ και του ταμία της κοινότητος Χρίστου Καραϊβάνωφ. Στην Ξυλαγανή Ο κ. Δημήτριος Σγούρας, από την Ξυλαγανή καταθέτει, ότι αναγκάσθηκε να σπάσει 150 κυβ. μέτρα πέτρα. Οι Βούλγαροι είχαν συλλάβει 44 κατοίκους, 4 απέθαναν στο κρατητήριο από το ξύλο. Οι Βούλγαροι έκοψαν αυτιά, έβγαλαν μάτια. Τον υιό του τον εσκότωσαν με ξύλο. Όλο το χωριό εληστεύθη κι εφονεύθησαν εν όλω 30 άτομα, από τις 500 οικογένειες του χωριού. Η Θεοδώρα Βουτσίδου, από την Ξυλαγανή, καταθέτει ότι την ανάγκασαν να μείνει δυο ημερονύκτια με ψηλά τα χέρια. Τον άνδρα της τον εσκότωσαν. Ένας εκ των συλληφθέντων είχε όπλο. Εσκότωσε έναν Βούλγαρο κι έπειτα αυτοκτόνησε. Οι άλλοι ήσαν άοπλοι.

Στην περιοχή της Ξυλαγανής εφονεύθησαν ως ύποπτοι τροφοδο­σίας ανταρτών:   30 στην Ξυλαγανή,   6 στον Κόσμο,  8 στον Έβρενο,   8 στην Κρωβύλη,   3 στο Πρώκτιο, και   4 στους Ασκητές. Εν όλω 59 άτομα. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. Καταθέσεις των: Στέφ. Κομνηνού (τ. δημάρχου), Γκ. Βέης (τ. βουλευτής, πρόεδρος μουσουλμανικής κοινότητος, ετών 62), Χ. Χ. Χιλμή (μουφτής Κομοτηνής), Χατζηγρηγορίου Γ. (συμ­βολαιογράφος, ετών 58), Χρυσοχοΐδης Δημ. (ζαχαροπλάστης, αντιπρόσω­πος συνομοσπονδίας έπαγγελματιών, ετών 36), Φ. Οτμανλή (ράπτης, πρόεδρος τουρκικής νεολαίας, ετών 34), Μ. Ραήφ (έμπορος, ετών 36), Νικ. Πανόπουλος (ιχθυοπώλης, ετών 48), Δημ. Σγούρας (γεωργός εκ Ξυλαγανής, ετών 50), Παν. Τσάλας (έμπορος, ετών 50), Γουδελής Μιχ. (ιατρός, ετών 56), Επαμ. Παπαμήτσου (έμπορος, ετών 53), Χρ. Οικονομίδης (έμπορος, ετών 42), Ειρ. Μίλιου, Αργ. Παπαδοπούλου, Θ. Κουτσίνου (από την Ξυλαγιανή), Μιχ. Μοσχόπουλος (δικηγόρος, ετών 68), την 29η Απριλίου 1945.

Από το βιβλίο «Η μαύρη Βίβλος των βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην 1941-1944», έκδ. της εκθέσεως καθηγητών των Πανεπ. Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Αθήναι, 1945. Χρόνος Η βουλγαρική Κατοχή στην Κομοτηνή: Οι Βούλγαροι εδίωκαν ιδιαίτερα τους Έλληνες που έφυγαν εκ Βουλγαρίας. Στους Στενημαχίτες Δράμας έσφαξαν όλους τους άνδρες! Μέλημά τους να εξοντώσουν οικονομικά τους Έλληνες. Δεκαπλασίασαν τους φόρους. Οι Έλληνες πλήρωναν φόρο και για δικαίωμα επαγγέλματος! Επέβαλαν στους Έλληνες, Βούλγαρους συνεταίρους άνευ κεφαλαίων! Απαγορεύθηκε σε Έλληνες η άδεια εξόδου από την Κομοτηνή. 10.000 Βούλγαροι εγκαταστάθηκαν σε σπίτια Ελλήνων στην Κομοτηνή.

  ΚΟΜΟΤΗΝΗ- Μαρτυρία του 38χρονου ποτοποιού Δ. Παπαναστασίου, ληφθείσα την 29.4.1945: Ιδιαιτέρως εδίωκαν οι Βούλγαροι τους Έλληνες, οι όποιοι έφυγαν άλλοτε εκ Βουλγαρίας με την Συνθήκη Καφαντάρη-Μολώφ. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στην Δράμα, στον συνοικισμό Στενημαχιτών, έσφαξαν σχεδόν όλους τους άνδρες! Το πρώτο μέλημα των Βουλγάρων όταν επέδραμον σε Μακεδονία και Θράκη, ήταν να εξοντώσουν οικονο­μικώς τους Έλληνες. Μία οικογένεια ελληνική επλήρωνε από 5-10.000 λέβα τον χρόνο δημοτικό φόρο. Ιδιαιτέρως όμως εδώ στην Κομοτηνή εισέπρατταν από 5-10.000 λέβα τον χρόνο κατά οικογένεια ως φόρο υδρεύσεως!

Η αξία των ακινήτων υπολογιζόταν στο διπλάσιο και τριπλάσιο – και το ποσόν εκείνο εφορολογείτο προς 2%. Ο ίδιος επλήρωσε επί αξίας 500.000 λέβα ακινήτου 18.600 λέβα, και έχει τις σχετικές αποδείξεις. Στους μικροεπαγγελματίες, σε όσους επέτρεψαν την εξάσκηση του επαγγέλματος, επέβαλαν φόρο 15-20.000 λέβα τον χρόνο – ενώ συμφώνως με την ελληνική φορολογία είναι ζήτημα, αν θα επλήρωναν 1.000-1.500 λέβα, το έτος. Ο ίδιος επλή­ρωσε 51.000 λέβα το έτος για δικαίωμα επαγγέλματος. Επίσης ε­πλήρωνε φόρο καθαράς προσόδου 26,5 επί τοις χιλίοις. Για να φανεί ότι παρέχουν και στους Έλληνες το δικαίωμα εργασίας, άφησαν σε έναν ελάχιστο αριθμό Ελλήνων, περίπου 1-2%, το δικαίωμα εργασίας δια προσωρινών αδειών. Κατά το έτος 1942-43 παρατάθηκε το δικαίωμα τούτο.

Υποχρεωτικώς επέβαλαν στον ίδιον, τον Σεπτέμβριον του 1942, Βούλγαρο συνεταίρο, ο οποίος ελάμβανε τα 50% δίχως καταβολή ιδιαι­τέρων κεφαλαίων. Κατ’ ουσίαν όμως ο ίδιος είχε μεταβληθεί σε υπάλληλο του Βουλγάρου. Ουδέποτε του εδόθη άδεια να εξέλθει της πόλεως της Κομοτηνής. Τον Αυγουστο του 1943 δεν εδόθη πλέον άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος σε κανέναν Έλληνα και ελάβαμε όλοι προθεσμία ενός μηνός να εκποιήσουμε το εμπόριό μας. Αλλά και μετά την προθεσμία αυτή οι Έλληνες δεν έκλεισαν από μόνοι τα καταστήματά των. Τότε ήλθε επι­τροπή από Βουλγάρους και εσφράγισε τα καταστήματα, τα οποία περιέρχονταν στην υπηρεσίαν του Εμπορικού Επιμελητηρίου, χωρίς ο Έλλην ιδιοκτήτης να έχει δικαίωμα να διαθέσει το εμπόρευμά του.

Έτσι αναγκάσθησαν οι Έλληνες αντί ευτελεστάτων τιμών να εκχω­ρήσουν το εμπόρευμά τους σε Βουλγάρους. Επίσης βαρύ φόρο κατέβαλε ο ίδιος στον λεγόμενο εμπορικό σύλλογο, 6.500 λέβα το έτος. Εκτός όμως αυτού και μηνιαίο φόρο 250 λέβα. Σε όσους δεν εχορηγήθη η άδεια επαγγέλματος, δηλαδή στο 99% των Ελλήνων, αυτοί έπαιρναν υποχρεωτικώς Βούλγαρο συνεταίρο, ο οποίος γρήγορα έδιω­χνε τον Έλληνα και του έπαιρνε όλην την επιχείρηση και περιουσία.

Οκτώβριος 1944, αποχώρηση του Βουλγαρικού στρατού από την περιοχή της Ροδόπης. Η βουλγαρική κατοχή στη Θράκη έληξε και ο κατοχικός στρατός με οποιονδήποτε τρόπο παίρνει το δρόμο της επιστροφής, μέσα από τα βουνά της Ροδόπης. Οι περισσότεροι πεζοί μέ ένα σακίδιο στον ώμο και ένα άχρηστο όπλο, άφηναν πίσω το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας! Τη φωτογραφία αλίευσα από το διαδίκτυο με τη βοήθεια της Silvia Georgieva.

 

Οι κληρικοί που θανατώθηκαν από τους Βουλγάρους.
Παπαδόπουλος Θεόδωρος (εφημέριος Αιγείρου), Καβάζης Δημήτριος (εφημέριος Κρωβύλης) – Εμμανουηλίδης Βαγιάνης (εφημέριος Συκορράχης) και Βουλγαράκης Θεόδωρος (εφημέριος Νέας Αδριανής).
Ειδικότερα η μητρόπολη θα τιμήσει την μνήμη των Εθνομαρτύρων Κληρικών της μητρόπολης, οι οποίοι βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Βούλγαρους κατακτητές κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής των ετών 1941-1945. Έτσι την Κυριακή 25 Οκτωβρίου θα τελεστεί στον ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής, αρχιερατική θεία λειτουργία από τον μητροπολίτη και ιερό μνημόσυνο, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κληρικών της μητρόπολης, οι οποίοι θυσιάστηκαν υπέρ της πατρίδας και της διαφύλαξης του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της περιοχής.

Στη συνέχεια θα τελεστεί τρισάγιο στο μνημείο των Εθνομαρτύρων Κληρικών το οποίο βρίσκεται πίσω από το ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής. Τα ονόματα των Εθνομαρτύρων Κληρικών που θα τιμηθούν είναι τα εξής: ιερέας Θεόδωρος Παπαδόπουλος, εφημέριος Αιγείρου που εκτελέστηκε στις 22 Ιουνίου 1941. Ιερέας Δημήτριος Καβάζης, εφημέριος Κρωβύλης, εκτελέστηκε στις 29 Απριλίου 1944. Ιερέας Βαγιάννης Εμμανουηλίδης, εφημέριος Συκορράχης, εκτελέστηκε στις 25 Ιουνίου 1944. Ιερέας Γεώργιος Βουλγαράκης, εφημέριος Νέας Αδριανής, εκτελέστηκε στις 13 Νοεμβρίου 1944. Εκτός των παραπάνω, όπως κάνει γνωστό η μητρόπολη, οι περισσότεροι κληρικοί υπέστησαν βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς, εκτοπίσεις και «ανεδείχθησαν άξιοι συνεχιστές των εθνικών αγώνων του ελληνικού κλήρου διά μέσου των αιώνων».

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2015:   Η  μητρόπολη θα τιμήσει τη μνήμη των Εθνομαρτύρων Κληρικών της μητρόπολης, οι οποίοι βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Βούλγαρους κατακτητές κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής των ετών 1941-1945. Έτσι την Κυριακή 25 Οκτωβρίου θα τελεστεί στον ιερό ναό της  Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής, αρχιερατική θεία λειτουργία από τον μητροπολίτη και ιερό μνημόσυνο, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κληρικών της μητρόπολης, οι οποίοι θυσιάστηκαν υπέρ της πατρίδας και της διαφύλαξης του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της περιοχής.

Στη συνέχεια θα τελεστεί τρισάγιο στο μνημείο των Εθνομαρτύρων Κληρικών το οποίο βρίσκεται πίσω από το ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής. Τα ονόματα των Εθνομαρτύρων Κληρικών που θα τιμηθούν είναι τα εξής: ιερέας Θεόδωρος Παπαδόπουλος, εφημέριος Αιγείρου που εκτελέστηκε στις 22 Ιουνίου 1941. Ιερέας Δημήτριος Καβάζης, εφημέριος Κρωβύλης, εκτελέστηκε στις 29 Απριλίου 1944. Ιερέας Βαγιάννης Εμμανουηλίδης, εφημέριος Συκορράχης, εκτελέστηκε στις 25 Ιουνίου 1944. Ιερέας Γεώργιος Βουλγαράκης, εφημέριος Νέας Αδριανής, εκτελέστηκε στις 13 Νοεμβρίου 1944. Εκτός των παραπάνω, όπως κάνει γνωστό η μητρόπολη, οι περισσότεροι κληρικοί υπέστησαν βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς, εκτοπίσεις και «ανεδείχθησαν άξιοι συνεχιστές των εθνικών αγώνων του ελληνικού κλήρου διά μέσου των αιώνων».

Στη συνέχεια θα περιγράψω μια ιστορία που άκουσα από τη θεία μου Δέσποινα Μαλλέ. Ήταν την εποχή της Βουλγαρικής Κατοχής. Ο παππούς μου και η οικογένειά του ζούσαν στο Χαμηλό. Όμως ως ιερέας, πήγαινε κάθε Κυριακή και ιερουργούσε στα γύρω χωριά της περιοχής. Καβάλα στο άλογο, χειμώνα καλοκαίρι, πήγαινε στις εκκλησίες των Κασσιτερών, της Συκορράχης, της Αετοκορυφής, της Διώνης. Χρόνια δύσκολα και φοβερά. Όλοι οι Έλληνες και περισσότερο οι ιερείς, δεχόταν καθημερινά τις πιέσεις, το φόβο και την πείνα.  Ένας από τους στόχους των Βουλγάρων ήταν να τους εκβουλγαρίσουν, δηλαδή να τους κάνουν Βουλγάρους και μάλιστα να τους αλλάξουν και τα ονόματα. Παρόμοιες πιέσεις δεχόταν και ο παππούς μου πολύ τακτικά. Κάποια περίοδο όμως οι πιέσεις και οι εκβιασμοί έγιναν έντονες. Στην αρχή προσπαθούσαν να τον πείσουν με δελεαστικές προτάσεις, όπως καλές αποδοχές, χωράφια, τακτοποίηση των παιδιών του, την επαναφορά του μεγάλου του γιου Χρήστου, που ήταν ήδη στη Βουλγαρία σε καταναγκαστικά έργα (τα γνωστά ντουρντουβάκια).

 Γύρω στο 1943 όμως η πίεση άρχισε να γίνεται έντονη. Μια Κυριακή έστειλαν ένα μικρό τμήμα από Βούλγαρους έφιππους στρατιώτες στην εκκλησία των Κασσιτερών, τον Άγιο Δημήτριο, όπου τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Τον περίμεναν και όταν τελείωσε τον πήραν και τον οδήγησαν στο κοντινό χωριό της Συκορράχης. Μαζί του πήγε, χωρίς να φοβηθεί και ο «κυρ Παναγής ο Καβαζίδης», ο καντηλανάφτης και πολύ φίλος με τον παππού μου. Όταν έφτασαν στην πλατεία της Συκορράχης, τους περίμενε ένα πλήθος από αξιωματούχους της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Για μια ακόμη φορά,  πότε με μαλακό τρόπο και πότε με φοβέρες και απειλές προσπάθησαν να τον πείσουν να γραφεί Βούλγαρος.

Ο παππούς μου προσπάθησε να βρει κάποιες δικαιολογίες και να μην υποκύψει στις πιέσεις τους, λέγοντας ότι πρέπει πρώτα να μιλήσει με την οικογένειά του, να τους πείσει κι αυτούς, αλλά πρώτα πως ήθελε να μιλήσει με το μεγάλο του γιο, το Χρήστο, που ήταν ντουρντουβάκι στη Βουλγαρία. «Για δες τον πονηρό, τί δικαιολογία βρήκε για να ξεφύγει» ήταν κάτι που ανέφεραν στις μεταξύ τους συζητήσεις. Τελικά, δέχτηκαν το αίτημά του, αλλά την επόμενη Κυριακή, στο ίδιο μέρος θα τον περίμεναν για να δώσει την τελική του απάντηση!

Οι επόμενες ημέρες  ήταν μια βασανιστική περίοδος για όλη την οικογένεια, διότι σε περίπτωση που θα αρνιόταν η ζωή του και των παιδιών του βρισκόταν σε κίνδυνο. Η πρώτη σκέψη του ήταν να πάρει την οικογένειά του και κρυφά κάποια νύχτα να φύγουν από τη Βουλγαροκρατούμενη Θράκη, προς τη Θεσσαλονίκη. Την άλλη ημέρα, πήρε μια από τις κόρες του, τη Δημητρούλα, τη μάνα μου, που γνώριζε καλά τη βουλγαρική γλώσσα και ήρθαν στις Σάπες. Εκεί επισκέφτηκε ένα φίλο του Έλληνα, το Σωτήρη Καψάλα και όλοι μαζί πήγαν στο Βούλγαρο παπά, που είχε και κάποιο αξίωμα.

Του μίλησαν για το περιστατικό και του ζήτησαν να τους βοηθήσει να φύγουν κρυφά για τη Θεσσαλονίκη. Αυτός, ρώτησε τον παππού μου, αν είχε συγγενείς ή γνωστούς εκεί. «Όχι, δε γνωρίζω κανένα», απάντησε.  «Και πού θα πας, βρε παπά με έξι παιδιά και μια γυναίκα σε άγνωστο τόπο. Θα πεθάνετε από την πείνα. Άσ’ το, δεν θα πας πουθενά. Έλα μεθαύριο να σου μιλήσω».  Κι έφυγαν για το χωριό.  Ύστερα από δυο μέρες, πάλι με αγωνία, ήρθαν ξανά για να μάθουν τί θα απογινόταν.  Τα νέα ήταν ευχάριστα. Ο Βούλγαρος παπάς, με τις διασυνδέσεις του έπεισε τους άλλους να μην τον ενοχλήσουν. Και πράγματι έτσι κι έγινε. Η οικογένεια παρέμεινε στο χωριό χωρίς άλλες συνέπειες.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Οι Βούλγαροι που κατείχαν από το Μάιο 1941 την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, δεν εννοούσαν να παραδώσουν τις αιματοποτισμένες αυτές περιοχές στις ελληνικές αρχές. Ο μηχανισμός της Κατοχής παρέμενε άθικτος και παρά την αποχώρηση των Γερμανών από την άλλη Ελλάδα. Αγωνία κατείχε τότε τους Έλληνες και την υπεύθυνη ελληνική κυβέρνηση Παπανδρέου. Έβλεπαν μιαν ιδιαιτέρως ευνοϊκή μεταχείριση των Βουλγάρων από τους Ρώσους.

Και η παρατεινόμενη κατοχή των Βορείων αυτών επαρχιών ερμηνευόταν σαν κατάληψή τους από τη Ρωσία, με την έννοια: Να διατηρήσουν την παραμονή τους οι βουλγαρικές αρχές, για να ενσωματωθούν η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη στη Βουλγαρία, η οποία θα βρισκόταν από τον σοβιετικό έλεγχο. Στις ρευστές καταστάσεις, μακάριος ο κατέχων. Και αλίμονο αν παρέμεναν κατεχόμενες οι επαρχίες αυτές.

Την ανησυχητική εκείνη προοπτική την περιγράφει ως εξής ο Κρις Woodhouse στο βιβλίο του «Μήλον της έριδος»: «ΟΤΑΝ Ο ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΕΤΕΒΛΗΘΗ, ΕΝΤΟΣ ΜΙΑΣ ΝΥΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, ΑΠΟ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΕΙΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΝ ΤΟΥ ΕΡΥΘΡΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ επιτιθεμένου εναντίον της Γερμανικής κατοχής, ανέκυψεν αμέσως το πρόβλημα των βουλγαρικών στρατευμάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και την Δυτικήν Θράκην. Αι περιοχαί αυταί ήσαν εκτός θεάτρου επιχειρήσεων του Ερυθρού Στρατού, υπό τας διαταγάς του οποίου οι Βούλγαροι, ως ισχυρίζοντο, είχον τεθεί. Η φυσική λύσις ήτο ότι έπρεπε να συμπτυχθούν εντός της προπολεμικής Βουλγαρίας…

Αλλ’ οι Βούλγαροι προέβαλλον και στρατιωτικά και πολιτικά επιχειρήματα δια να παραμείνουν…» Και θα παρέμεναν πιθανότατα επί μακρόν. Την 20ή Οκτωβρίου 1944 όμως τερματίσθηκε η διάσκεψη της Μόσχας που είχε διαμοιράσει τα Βαλκάνια. Και η σοβιετική κυβέρνηση δεν είχε διάθεση να παραβιάσει τη συμφωνία που μόλις είχε συναφθεί. Στην Ελλάδα καθορίσθηκε η επιρροή της ίση προς 10%. Δεν θέλησε αυτό το 10% να το εξαργυρώσει με την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στους Βουλγάρους, γιατί θα προέκυπτε αμέσως θέμα εκτιμήσεως του βάρους του 10% και θα εδημιουργούντο προστριβές με την Αγγλία. Ούτε ήθελε να επενδύσει σε γεωγραφική μορφή το 10% που εδικαιούτο.

Έτσι, ο Στάλιν απεφάσισε αμέσως: Να φύγουν οι Βούλγαροι. Αυτό το αναγνωρίζει και ο Churchill στα απομνημονεύματά του: Ο Στάλιν απεφάσισε να διατάξει τη σύμπτυξη των βουλγαρικών στρατευμάτων από τα ελληνικά εδάφη, μετά την «εμπορικήν συμφωνίαν της Μόσχας» («Απομνημονεύματα», ελλην. VI, σελ. 198). Και ο Κρις Woodhouse, στο βιβλίο του γράφει «Μόνον δια να ανταποκριθούν εις την επιμονήν της Σοβιετικής Ενώσεως… τα τελευταία βουλγαρικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Ελλάδα την 25η Οκτωβρίου… Τα σύνορα μεταξύ Ελλάδος και των γειτόνων της προσωρινώς αποκατεστάθησαν. Τοιαύται ήσαν αι επιθυμίαι της σοβιετικής κυβερνήσεως…»